ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, 1

Ιατρικές Σχολές: για καλούς φοιτητές ή για καλούς μελλοντικούς γιατρούς;

Πριν από λίγες ημέρες ανακοινώθηκαν οι «βάσεις» για τα «ΑΕΙ». Αυτές και άλλες μαγικές λεξούλες - νεολογισμοί για κάποιον της γενιάς μου - πρωταγωνιστούν στα όνειρα και τις ελπίδες πάρα πολλών παιδιών μετά τα δεκαπέντε τους χρόνια. Οι «πανελλαδικές εξετάσεις», η αναμονή των αποτελεσμάτων, τα «μόρια» που έλαβε κάθε υποψήφιος και λίγο αργότερα η ανακοίνωση των «βάσεων» εισαγωγής στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, την ίδια εποχή κάθε χρόνο, είναι μια τελετουργική διαδικασία που παρακολουθώ πολλά χρόνια τώρα και που στην κορύφωσή της κάνει άλλα παιδιά ευτυχισμένα και άλλα δυστυχισμένα. Είναι, επίσης, μια διαδικασία που συχνά δυσκολεύομαι να καταλάβω και που μάλλον μικρή σχέση έχει με τη μακρινή δεκαετία του 1960 - τότε που μιλούσαμε για «εισαγωγικές εξετάσεις», για «ακαδημαϊκό απολυτήριο» και για «πανεπιστήμιο». Ωστόσο, διατηρώ αμείωτο το ενδιαφέρον μου για την  πανεπιστημιακή εκπαίδευση των νέων παιδιών, και ειδικότερα των φοιτητών των ιατρικών σχολών. Φέτος, μάλιστα, σκέφτηκα ακόμα πιο πολύ με αφορμή τους πολύ ανησυχητικούς τίτλους στην πρώτη σελίδα δύο μεγάλων αθηναϊκών εφημερίδων την επομένη της ανακοίνωσης των «βάσεων».

Ο προβληματισμός μου, αν και γενικός, εστιάζεται περισσότερο στις ιατρικές σχολές της χώρας. Είναι προβληματισμός που αφορά μια σειρά από ζητήματα όπως: ποιος πρέπει να είναι ο χαρακτήρας της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (και κυρίως του λυκείου), πόσες πανεπιστημιακές σχολές και πόσες ιατρικές σχολές ειδικότερα έχει πραγματικά ανάγκη η χώρα, πώς επιλέγονται όσοι φοιτούν στις ιατρικές σχολές, ποια είναι η φιλοσοφία – δηλαδή το όραμα και ο στόχος – των ιατρικών σχολών, ποια η διάρκεια και ποιο το περιεχόμενο των βασικών ιατρικών σπουδών στα πανεπιστήμια. Να, λοιπόν, μερικές από τις σκέψεις μου σχετικά με αυτά τα ζητήματα:  Α/ Όπως υπονοούν και τα δύο προαναφερθέντα δημοσιεύματα, η κατάσταση των πανεπιστημίων μας δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική. Απαιτείται, λοιπόν, υπεύθυνη και μη πολιτικοποιημένη ανάλυση και μελέτη των προβλημάτων, και στη συνέχεια ριζική μεταρρύθμιση των πανεπιστημιακών σπουδών.  Β/ Δεν είναι δυνατόν να συνεχίσουμε να δεχόμαστε την ανάγκη των «φροντιστηρίων», που αποτελεί μάλλον ελληνική πρωτοτυπία σε όλον τον δυτικό κόσμο. Τι άλλο, άραγε, δηλώνει η ύπαρξη των ιδιωτικών «φροντιστηρίων» και η σχεδόν καθολική φοίτηση των μαθητών σε αυτά παρά την αποτυχία της αποστολής και των στόχων του δημοσίου λυκείου; Ας αποφασίσουμε, λοιπόν, να καταργήσουμε αυτόν τον παράλογο, ανόητο και ανθυγιεινό εκπαιδευτικό δυϊσμό για παιδιά 15 έως 18 ετών. Ας μεταρρυθμίσουμε ριζικά τα λύκεια έτσι ώστε να μπορούν να προετοιμάζουν σωστά τα παιδιά που θέλουν να σπουδάσουν στο πανεπιστήμιο. Και πάντως μου φαίνεται εντελώς αδιανόητο να αναγκάζονται οι μαθητές ηλικίας 15-18 ετών να φοιτούν συγχρόνως σε δύο σχολεία, με όλο το κόστος – πνευματικό, ψυχικό και οικονομικό – που συνεπάγεται αυτή η κατάσταση.  Γ/ Τα δημόσια πανεπιστήμια πρέπει να αποκτήσουν διοικητική αυτονομία. Πρέπει αυτά να ορίζουν το πρόγραμμα σπουδών (curriculum), αυτά να ορίζουν τις ελάχιστες προϋποθέσεις και τα προσόντα των υποψηφίων φοιτητών τους, αυτά να ορίζουν τον αριθμό των φοιτητών που μπορούν να εκπαιδεύσουν, και αυτά να επιλέγουν τους φοιτητές που θεωρούν καλύτερους. Πρέπει, επιτέλους, να περάσουμε από την κατάσταση των «επιτυχόντων» στην κατάσταση των «επιλεγμένων».  Δ/ Όσο για τον αριθμό των φοιτητών στις ιατρικές σχολές, πιστεύω ότι θα πρέπει οπωσδήποτε να μικρύνει. Τις τελευταίες δεκαετίες υπάρχει πληθωρισμός γιατρών – έχουμε δηλαδή πολύ περισσότερους γιατρούς από όσους χρειαζόμαστε. Αυτή η κατάσταση οδηγεί αναπόφευκτα στα φαινόμενα της υπερδιάγνωσης, της υπερεξέτασης και της υπερθεραπείας, που αποτελούν απειλή για τη δημόσια υγεία και συμβάλλουν στο πολύ μεγάλο κόστος της συνολικής δαπάνης για υγεία και περίθαλψη στη χώρα μας. Η θεραπεία του προβλήματος δεν μπορεί να είναι άλλη από τη δραστική μείωση του αριθμού των φοιτητών κάθε ιατρικής σχολής με μείωση κυρίως όσων επιλέγονται για να φοιτήσουν. Ίσως επιπροσθέτως πρέπει να καταργηθούν και μία-δύο ιατρικές σχολές (π.χ. Αλεξανδρούπολης και Λάρισας).    

Σχετικά, τώρα, με τη φιλοσοφία και το περιεχόμενο - ακόμα και τη διάρκεια - που πρέπει να έχουν οι βασικές ιατρικές σπουδές στις ιατρικές σχολές υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία. Παρακάμπτω εδώ τις προσωπικές μου σκέψεις, προϊόν της εμπειρίας μου από την Ιατρική Σχολή Αθηνών (1965-1971). Ίσως τις γράψω μια άλλη φορά. Περιορίζομαι σήμερα να πω μόνο ότι είχα πάντα την αίσθηση - και τώρα πια την πεποίθηση - ότι άρχισα ουσιαστικώς να γίνομαι γιατρός μετά την αποφοίτησή μου από την ιατρική σχολή. Παραθέτω παρακάτω μερικές πρόσφατες σκέψεις και γνώμες συναδέλφων από τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενδεικτικές του συνεχούς σχετικού προβληματισμού ακόμα και σε χώρες με εξαιρετικό επίπεδο ιατρικών σπουδών.

Ο Αμερικανός Akhilesh Pathipati είναι ήδη - παρά τη νεαρή ηλικία του - πολύ γνωστός γιατρός στις ΗΠΑ, λόγω της εξαιρετικής φοιτητικής πορείας του και του ταλέντου του να εκθέτει τις απόψεις του. Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στον ιατρικό τύπο αλλά και σε μεγάλες εφημερίδες των ΗΠΑ. Είναι τώρα ειδικευόμενος στην οφθαλμολογία στο νοσοκομείο Massachusetts Eye and Ear Infirmary του Harvard University στη Βοστώνη. Τον Ιούλιο του 2016, ως φοιτητής Ιατρικής στο Stanford University, δημοσίευσε άρθρο του στο ‘statnews.com’ με τίτλο Oι ιατρικές σχολές δεν έχουν αλλάξει πολύ για έναν αιώνα. Ιδού 5 τρόποι να το διορθώσουμε αυτό”. Οι αλλαγές που προτείνει ο Dr. Pathipati είναι: 1.Διδάξτε δεξιότητες, όχι μόνο γνώσεις (facts). Ενώ αναγνωρίζει τη σημασία της πληθώρας γνώσεων φυσιολογίας, παθολογικής ανατομικής, φαρμακολογίας κτλ., τονίζει ότι «η έμφαση στις επιστημονικές πληροφορίες αφήνει τους γιατρούς απροετοίμαστους για έναν κόσμο όπου οι γνώσεις του σήμερα μπορεί να είναι απαρχαιωμένες στο αύριο». Ειδικότερα, αναφέρει ότι «όλοι οι φοιτητές θα πρέπει να αποφοιτούν με γερή κατανόηση της επιστήμης των δεδομένων και της στατιστικής» και των «πολλών τεχνολογιών» (π.χ. της τηλε-ιατρικής)» και «άλλων ψηφιακών εργαλείων». 2.Ενσωματώστε ένα “mini-MBA” (mini-μεταπτυχιακό δίπλωμα στη διοίκηση επιχειρήσεων») στην ιατρική σχολή. Ο Dr. Pathipati απέκτησε ο ίδιος και κανονικό πτυχίο MBA στη διάρκεια των σπουδών του στην ιατρική σχολή. 3.Κάντε χώρο για νέο περιεχόμενο. Ο Dr. Pathipati ισχυρίζεται ότι «τα τέσσερα χρόνια ιατρικής σχολής» (στις ΗΠΑ τα χρόνια της ιατρικής σχολής είναι τέσσερα, αλλά προηγούνται υποχρεωτικώς τέσσερα χρόνια «κολλεγίου») «παρέχουν αρκετό χρόνο να διδαχτούν αυτά που τώρα μαθαίνουμε και ακόμα περισσότερα», προτείνει ότι το πρόγραμμα σπουδών μπορεί να συμπυκνωθεί και ότι «ο χρόνος που θα εξοικονομηθεί πρέπει να χρησιμοποιηθεί για τη διεύρυνση της εκπαίδευσής μας». Όπως μάλιστα αναφέρει, ορισμένες ιατρικές σχολές στις ΗΠΑ έχουν ήδη συμπτύξει τη διάρκεια των σπουδών για τους φοιτητές. 4.Προωθήστε περισσότερα πράγματα από την ακαδημαϊκή έρευνα (οι ιατρικές σχολές στις ΗΠΑ δίνουν μεγάλη έμφαση στην έρευνα – εργαστηριακή ή κλινική – των φοιτητών). Ο Dr. Pathipati τονίζει ότι «ο ρόλος του γιατρού έχει αλλάξει με τα χρόνια» και ότι «οι γιατροί τώρα παίζουν αναπόσπαστο ρόλο στη διαχείρηση, τις πολιτικές (της υγείας), και τα επιχειρηματικά εγχειρήματα, για να αναφέρω μόνο μερικές δραστηριότητες». Και συνεχίζει: «Καιρός είναι το εκπαιδευτικό σύστημα να αναγνωρίσει και να προωθεί εργασίες που προάγουν την ιατρική – ασχέτως αν δημοσιεύονται ή όχι σε κάποιο περιοδικό». 5.Αναπτύξτε δασκάλους που διδάσκουν. «Σύμφωνα με ένα από τα πιο αλησμόνητα αποφθέγματα που έχω ακούσει στην ιατρική σχολή» λέει ο Dr. Pathipati, «’Οι πανεπιστημιακοί γιατροί πληρώνονται για να βλέπουν ασθενείς και προάγονται για την έρευνά τους. Κανένας τους δεν ενδιαφέρεται για τη διδασκαλία’». «Βεβαίως», συνεχίζει, «πολλοί γιατροί είναι άριστοι δάσκαλοι, αλλά αυτό συμβαίνει από σύμπτωση μάλλον παρά από σχεδιασμό» και «στην πραγματικότητα, οι γιατροί στα πανεπιστημιακά νοσοκομεία έχουν μικρό κίνητρο για να νοιάζονται για τους εκπαιδευόμενους».

Ο Ιρλανδός Kieran Walsh είναι γιατρός, με ειδικό ενδιαφέρον για την ιατρική εκπαίδευση, γνωστός και για τα βιβλία του Oxford Textbook of Medical Education (2013) και Medical Education: A History in 100 Images (2016). Είναι κλινικός διευθυντής δύο online προϊόντων του επιστημονικού ιατρικού περιοδικού British Medical Journal (BMJ): του BMJ Learning και του BMJ Best Practice. Το πρώτο είναι εργαλείο διαδικτυακής συνεχιζόμενης ιατρικής εκπαίδευσης (‘e-learning’) για φοιτητές και επαγγελματίες της υγείας (‘healthcare professionals’), ενώ το δεύτερο είναι διαδικτυακό εργαλείο που βοηθάει τους επαγγελματίες της υγείας στη διαδικασία λήψεως ιατρικών αποφάσεων. Σε άρθρο του τον Μάϊο του 2018 στο BMJ, με τον προβοκατόρικο τίτλο “Η υπόθεση κατά της ιατρικής εκπαίδευσης (The case against medical education)”, τονίζει ότι «οι φοιτητές ιατρικής εξακολουθούν να δαπανούν χρόνο μαθαίνοντας πράγματα που θα έχουν μικρή αξία όταν αποφοιτήσουν». Στη συνέχεια, αναφέρεται στο ζήτημα της δωρεάν ή όχι φοίτησης σε πανεπιστημιακές σχολές (ο ίδιος σπούδασε ιατρική δωρεάν τη δεκαετία του 1980 στην Ιρλανδία - στην Αγγλία η φοίτηση δεν είναι δωρεάν), γράφει: «Ο σκοπός της ιατρικής εκπαίδευσης πρέπει να είναι να παράξει επαγγελματίες υγείας που να μπορούν να παρέχουν φροντίδες που έχει ανάγκη ο πληθυσμός». Ο συγγραφέας τονίζει τον ρόλο που παίζει το υψηλό κόστος της φοίτησης στις ιατρικές σχολές (σε χώρες που η φοίτηση δεν είναι δωρεάν) στην επιλογή ειδικότητας από τους αποφοίτους, αναφέρεται στον ρόλο που μπορούν να παίξουν οι νέες τεχνολογίες στη μείωση του κόστους των ιατρικών σπουδών και στον σχετικό προβληματισμό, και καταλήγει λέγοντας «στο μεταξύ θα πρέπει να ρίχνουμε μια ψυχρή ματιά σε κάθε τι που κάνουμε στην ιατρική εκπαίδευση και να ρωτάμε τους εαυτούς μας: είναι όσο αποδοτικό θα μπορούσε να είναι;».

Η Αγγλίδα Katie Knight είναι γιατρός ειδικευμένη στην παιδιατρική επείγουσας ιατρικής. Για την ώρα αποτελεί μία εκκολαπτόμενη ηγέτιδα σε ζητήματα υγείας και περίθαλψης (healthcare) καθώς εργάζεται και εκπαιδεύεται στη «Σχολή Ιατρικής Ηγεσίας και Διαχείρισης» (FMLM) του Λονδίνου. Οι αξιοθαύμαστες ιατρικές της δραστηριότητες περιλαμβάνουν την ίδρυση το 2016 του διαδικτυακού εργαλείου για την παιδιατρική εκπαίδευση με τίτλο Paediatric FOAMed, στο οποίο είναι και η κύρια συντάκτρια. Σε άρθρο της στο BMJ τον Αύγουστο του 2019 με τίτλο “Επιλέξτε για αξίες, εκπαιδεύστε για δεξιότητες – αυτό που θα μπορούσε η διαδικασία εισαγωγής στις ιατρικές σχολές να διδαχτεί από τα προγράμματα επιλογής νοσοκόμων (nursing associates)” - άρθρο επαναστατικής σημασίας κατά τη γνώμη μου - επικεντρώνεται στο ζήτημα της προσωπικότητας των υποψηφίων για τις ιατρικές σχολές, και επιχειρηματολογεί για την ανάγκη περισσότερες ιατρικές σχολές να αναγνωρίσουν ότι οι βαθμοί “A-level” (εξετάσεις που δίνουν οι ενδιαφερόμενοι μαθητές στην Αγγλία στην ηλικία 16-18 ετών) δεν είναι ο καλύτερος τρόπος για να κριθεί το δυναμικό κάποιου για να γίνει γιατρός. Η Dr. Knight στην αρχή του άρθρου της αναφέρεται σε άρθρο της εφημερίδας The Times του Λονδίνου στις 4 Αυγούστου 2019 με τίτλο “Ιατρικές Σχολές χαλαρώνουν τους κανόνες εισαγωγής εν ονόματι της διαφορετικότητας”. Σε εκείνο το άρθρο αποκαλύφθηκε ότι μερικές ιατρικές σχολές έχουν αφαιρέσει τη χημεία ως προϋπόθεση να σπουδάσει κάποιος ιατρική, σε μια προσπάθεια «να προσελκύσουν περισσότερα κορίτσια και φτωχότερους μαθητές» και «να σπάσει το οχυρό των ευπόρων και ιδιωτικώς εκπαιδευομένων μαθητών». Για την είδηση που έχει προκαλέσει αντιφατικά σχόλια, η Dr. Knight γράφει στο άρθρο της: «τι λαμπρό πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση να επιλέγονται πιο πολλοί σωστοί άνθρωποι για να γίνουν γιατροί». Συνεχίζοντας γράφει: «Γιατί νομίζουμε ότι άνθρωποι που μπορούν να θυμούνται και να ανακαλούν τεράστιες ποσότητες πληροφοριών ώστε να τις αναπαράγουν κάτω από συνθήκες εξετάσεων πρόκειται να γίνουν οι καλύτεροι γιατροί;». Και συνεχίζει: «Η δουλειά του γιατρού έχει αλλάξει ουσιαστικώς και θα αυτό θα συνεχίσει να συμβαίνει καθώς η τεχνολογία προχωράει με εκθετικές ταχύτητες. Αλλά η σταθερά παράμετρος είναι ότι η ιατρική αφορά μόνο ανθρώπους… Η συναισθηματική νοημοσύνη σε αυτήν την καριέρα είναι τουλάχιστον το ίδιο σημαντική με το IQ». Και συνεχίζει η ταλαντούχα συνάδελφος (που δηλώνει ότι η ίδια είχε εισαχθεί στην ιατρική σχολή με την “A level” βαθμολογία της στη Βιολογία, τη Χημεία, τα Αγγλικά και την Τέχνη): «Τι θα γινόταν άραγε αν στις σχολές ψάχναμε για μια εντελώς αναξιοποίητη πηγή ταλέντων – για τους ανθρώπους που θα γινόντουσαν εξαιρετικοί γιατροί εξαιτίας του τι άνθρωποι είναι και του δυναμικού τους να αναπτυχθούν, όχι εξαιτίας των βαθμών που παίρνουν στα μαθήματα που είναι καλοί;» και «Θα προτιμούσα έναν συμπονετικό, στοχαστικό και αναλυτικό φοιτητή ιατρικής που μαθαίνει την αναγκαία βιοχημεία στη διάρκεια των ιατρικών σπουδών, παρά κάποιον που ξέρει τον κύκλο του Krebs ανάποδα αλλά δυσκολεύεται να δείξει ενσυναίσθηση (“struggles to empathise”) στην οικογένεια του θνήσκοντος ασθενούς». Και καταλήγει η θαρραλέα Dr. Knight: «Τώρα, ποιος θα είναι αρκετά ριζοσπαστικός ώστε να προχωρήσει τελείως σε επιλογές βάσει αξιών; »

14 Σεπτεμβρίου 2019

 

Ακολουθήστε μας στο facebook και στο twitter: