Σούρουπο

Ήταν Μεγάλη Παρασκευή εκείνον τον Απρίλιο, πριν μερικά χρόνια. Είχαμε κατέβει στο χωριό κοντά στο Αίγιο για το Πάσχα. Βάλαμε μερικά κόκκινα αυγά στο τραπέζι και λίγα ανοιξιάτικα λουλούδια στο μεγάλο βάζο. Στρώσαμε κι ένα καλύτερο τραπεζομάντηλο. Είχαμε κι οι δυο μας ανάγκη να παραδοθούμε στο πνεύμα των ημερών και στη γαλήνη της εξοχής. Κάποτε κάθισα επιτέλους στη συνηθισμένη θέση. Στη θέση με τη λατρεμένη θέα. Πριν από λίγο ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από τα βουνά στα δυτικά. Το θέαμα ήταν τόσο όμορφο, τόσο ήρεμο και δυνατό μαζί που ένιωσα ότι αυτή η στιγμή δεν πρέπει να τελειώσει, η νύχτα δεν πρέπει να έρθει αυτή τη φορά! Ένας μαγικός ζωγράφος είχε βαλθεί να με γοητεύσει ολοκληρωτικά αλλάζοντας συνεχώς με τον αιώνιο χρωστήρα του τα χρώματα. Το γαλάζιο γινόταν κυανό, το φαιό γινόταν ιώδες. Και ο φλεγόμενος κόκκινος ουρανός γινόταν σιγά-σιγά λευκοκίτρινος, λες και ο αόρατος μαγικός ζωγράφος αποφάσισε να προσθέσει στο έργο του και πολλή ώχρα. Σηκώθηκα βιαστικά και άρπαξα τη φωτογραφική μηχανή, προσπαθώντας απεγνωσμένα να σταματήσω εκείνη τη στιγμή ή τουλάχιστον να την αιχμαλωτίσω. Δυστυχώς η μηχανή – η κάθε μηχανή - δεν μπορεί να αποτυπώσει με ακρίβεια τα χρώματα, δεν μπορεί να περιγράψει το μέγεθος της ομορφιάς και τη δύναμη της συγκίνησης. Έστω κι έτσι, αυτή η εικόνα σημαίνει πολλά για μένα… Στο βάθος του ορίζοντα προς τα δεξιά, η χιονισμένη Γκιώνα. Και στο βάθος αριστερά τα Βαρδούσια. Σε ένα χωριό των Βαρδουσίων μεγάλωσε ο πατέρας, χωμένος κυριολεκτικά μέσα στα βουνά - «πρωτοείδα τη θάλασσα στα δεκαεφτά μου χρόνια» έλεγε. Στην παραλία διακρίνονται αμυδρά τα σπίτια της Ερατεινής. Εκείνος μου είχε μάθει όλες τις λεπτομέρειες αυτού του τοπίου. Ήξερε κάθε βουνοκορφή, κάθε όρμο και κάθε ακρωτήρι. Μαγευόταν κι ο ίδιος με τη θέα της απέναντι Ρούμελης, της δικής του Ρούμελης. Σε προχωρημένη ηλικία καθόταν ώρες ατέλειωτες στη μπροστινή βεράντα και την αντίκρυζε σιωπηλός. Κάποτε, πολύ σπάνια, μου μιλούσε για την παράξενη σχέση του μαζί της, για τα αντιθετικά συναισθήματα που είχε γι’ αυτήν. Για την περιπέτεια της ομηρείας στο Κροκύλειο Δωρίδος τον Ιανουάριο του 1945. Για τον πόνο και τον φόβο στα χέρια του «Καπετάν Ηρακλή». Για τη ξαφνική ανάγκη να εγκαταλείψει τη γη του και να μεταναστεύσει νύχτα, μαζί με την οικογένειά του, διασχίζοντας τον Κορινθιακό μέσα σε ένα καΐκι. Για το Αίγιο που ξεκίνησε κυριολεκτικά τη ζωή του από την αρχή… Να γιατί αυτή η εικόνα μιλάει στην καρδιά μου. Να γιατί εκείνο το σούρουπο - όπως κάθε σούρουπο που βρίσκομαι στο ίδιο μέρος - είχα ανάγκη να σταματήσω τον χρόνο. Να θυμηθώ και να ονειρευτώ. «Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε στης Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση» ισχυρίζεται ο ποιητής. Εγώ όμως ξέρω ότι ο πατέρας δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει πουθενά. Ούτε καν σε κάποιο ιδεατό «λιβάδι απ’ ασφοδίλι». Κι αυτό είναι κρίμα! Εκείνο το σούρουπο της Μεγάλης Παρασκευής, έκλεισα για λίγο τα μάτια κι ονειρεύτηκα. Όσο εγώ φωτογράφιζα τα απέναντι βουνά, εκείνος, όρθιος στον Κόρακα, την πιο ψηλή κορυφή των Βαρδουσίων, μου κούνησε το χέρι για να τον προσέξω και με ρώτησε φωναχτά: «είσαι επιτέλους ευτυχισμένος;», «έμαθες να είσαι καλός με τους ανθρώπους;», «νιώθεις ακόμα μισός Ρουμελιώτης;»… Άνοιξα τα μάτια και είχε πια νυχτώσει. Ο αόρατος μαγικός ζωγράφος είχε χώσει τον χρωστήρα του στο μαύρο χρώμα και με νευρικές κινήσεις έσβησε για μια ακόμα φορά το έργο του. Όπως συνηθίζει ανά τους αιώνες. Σηκώθηκα να φτιάξω καφέ. «Ευτυχώς που υπάρχουν τα όνειρα» είπα.

11 Ιανουαρίου 2019



Ακολουθήστε μας στο facebook και στο twitter: